ΒΟΥΛΗ Επί του ... Περιστυλίου
ΑΡΘΡΑ | ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΛΟΓΟΙ
Συντάγματος ειδικού Δικαστηρίου για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσεως. Πρόκειται για πα γκόσμια πρωτοτυπία, την πλέον αλυσιτελή ρύθμιση ενός απίστευτου νομικού ζητήματος. Έχω πάντοτε υποστηρίξει ότι το συνταγματικό κεί μενο πρέπει να είναι μικρό και ευέλικτο ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των Θεσμών χωρίς συνταγματικές αναθεωρήσεις, και οι αναγκαί
ες μεταρρυθμίσεις θα μπορούν να υπηρετούνται δια της νομοθεσίας, της νομολογίας, της επιστήμης και της πολιτικής πράξης. Η καλλίτερη απόδειξη της αλήθειας αυτής στο πλαίσιο του υπάρχοντος στη χώρα μας συνταγματικού πλαισίου, είναι η διάταξη κατά την οποία το εκάστοτε νομοθετούμενο εκλο γικό σύστημα θα ισχύει μόνο από τις μεθεπόμενες εκλογές. Θεωρήθηκε ότι έτσι τίθεται φραγμός στην
πολιτική πρακτική της νομοθέτησης του εκάστοτε εκλογικού συστήματος κατά το συμφέρον της νομο θετούσης πλειοψηφίας. Το άχρηστον της διατάξεως αυτής που εισήγαγε το πρώτον η Δικτατορία («Σύ νταγμα» 1968, άρθρο 57 παρ. 2) προκειμένου τάχα να πατάξει τις πρακτικές των πολιτικών, αποδείχθηκε με την προσφυγή σε διπλές εκλογές όταν η πολιτική πράξη τις χρειάσθηκε.
Κώστας Χ. Χρυσόγονος Δικαιοσύνη και Πανεπιστήμια οι προτεραιότητες
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Η πάροδος, τον Νοέμβριο του 2024, της πεντα ετίας από την προηγούμενη συνταγματική ανα θεώρηση σημαίνει ότι η Βουλή με την παρούσα σύνθεσή της επιτρέπεται (άρθρο 110 παρ. 6 Συντ.) να διαπιστώσει την ανάγκη νέας αναθεώρησης συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων. Έτσι η Βουλή που θα προέλθει από τις επόμενες εκλογές (όποτε κι αν διεξαχθούν) θα μπορεί να αποφασίσει την αλλαγή των διατάξεων αυτών. Επί της ουσίας θα μπορούσε κανείς να επισημάνει ότι τουλάχιστον δύο συνταγματικές διατάξεις ιδι αίτερης σημασίας φαίνονται ώριμες για αναθεώρη ση. Η πρώτη είναι η κατά το άρθρο 90 παρ. 5 Συντ. αρμοδιότητα της κυβέρνησης να επιλέγει ανέλε γκτα την ηγεσία (προέδρους - αντιπροέδρους) των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας. Τούτο συνι στά ρωγμή στην κατοχυρωμένη, σε επίπεδο αρχής (άρθρα 26 και 87 Συντ.) δικαστική ανεξαρτησία και προκαλεί συνεχώς τριβές μεταξύ της (εκάστοτε) κυβέρνησης και των κομμάτων της αντιπολίτευ σης, τα οποία εγκαλούν τις κυβερνήσεις, δίκαια ή άδικα, για φατριαστικές/ ευνοιοκρατικές επιλο γές. Πιο καθοριστικό ήταν το γεγονός πως η Ευρω παϊκή Επιτροπή, στις ετήσιες εκθέσεις της για την κατάσταση του κράτους δικαίου στα κράτη - μέλη και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο περί Ελλάδας των ετών 2022 και 2023, επισήμανε ότι θα έπρεπε να δοθεί λόγος (και) στους ίδιους τους δικαστές. Κα τόπιν τούτου, με το άρθρο 27 ν.5123/2024 καθιε ρώθηκε η παροχή (απλής) γνώμης της ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, πριν από την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων με πρόταση του υπουργικού συμβουλίου. Η νομοθε
τική αυτή μεταρρύθμιση φαίνεται εύλογο να κατο χυρωθεί σε συνταγματικό πια επίπεδο και μάλιστα, θα προσέθετε κανείς, να διευρυνθεί περαιτέρω, με την κατάργηση της πρότασης της κυβέρνησης και την ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας απο κλειστικά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς υπουργική προσυπογραφή (με την προσθήκη πρό βλεψης περί αυτού στο άρθρο 35 παρ.2 Συντ.). Το δεύτερο ζήτημα είναι το κρατικό μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση, με βάση τον συνδυα σμό των παρ. 5, 6 και 8 του άρθρου 16 Συντ. Τού του αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα (σε κανένα άλλο ευρωπαϊκό Σύνταγμα δεν φαίνεται να υπάρ χει ανάλογη πρόβλεψη), την οποία ο κοινός νομο θέτης επιχείρησε να άρει κατά αντισυνταγματικό τρόπο, με τα άρθρα 130 έως 155 ν.5094/2024 περί «νομικών προσώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευ σης». Ανεξάρτητα από την τύχη που θα έχει το νομοθέτημα αυτό όταν φθάσει η ώρα να κριθεί η συνταγματικότητα του από τα αρμόδια δικαστήρια, είναι ευκταίο να λυθεί το ζήτημα σε συνταγματι κό επίπεδο, με τη θέσπιση πάντως παραμέτρων διασφάλισης του «ανώτατου» χαρακτήρα της μη κρατικής ανώτατης εκπαίδευσης (δηλ. να πρόκει ται για πραγματικά Α.Ε.Ι., άξια του ονόματός τους
με κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας δι δασκόντων και διδασκομένων και όχι για μεταβά πτιση των υφιστάμενων από πολλού χρόνου ΙΕΚ). Πέρα από τα δύο αυτά ζητήματα αιχμής, χρήσιμη για την αναβάθμιση της ποιότητας της δημοκρα τίας στη χώρα μας θα ήταν η περαιτέρω κατοχύ ρωση της ανεξαρτησίας των κατά το άρθρο 101Α Συντ. «ανεξάρτητων αρχών». Ιδίως η στελέχωση των πολύπαθων αυτών αρχών θα μπορούσε να ανατεθεί σε όργανο με σταθερή, ρητά καθορισμέ νη συγκρότηση, και όχι στη Διάσκεψη των Προέ δρων της Βουλής, η οποία μπορεί να «αναδομηθεί» οποτεδήποτε από μια ευκαιριακή κοινοβουλευτι κή πλειοψηφία με απλή τροποποίηση του Κανονι σμού της. Σε τελική ανάλυση πάντως το ζητούμενο είναι το κατά πόσο οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες θα είχαν τη διάθεση να αυτοπεριορισθούν ουσιαστικά και δραστικά μέσω συνταγματικών ρυθμίσεων. Αν δεν υπάρχει τέτοια διάθεση, και μάλιστα σε δύο διαδοχικές βουλευτικές περιόδους (προτείνουσα Βουλή και αναθεωρητική Βουλή), τα αναθεωρητικά εγχειρήματα είναι καταδικασμένα να καταλήγουν σε αποτελέσματα διακοσμητικού κυρίως χαρακτή ρα, όπως συνέβη το 2008 και το 2019.
27
ΜΑΪΟΣ 2025
Made with FlippingBook - professional solution for displaying marketing and sales documents online