ΒΟΥΛΗ Επί του ... Περιστυλίου

Ο Ι. Καποδίστριας δολοφονήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 από τους Γεώργιο και Κων/νο Μαυρομιχάλη, καθώς εισερχόταν στον Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνος, στο Ναύπλιο. Ελαιογραφία Χαράλαμπος Παχής, Πινακοθήκη Δήμου Κέρκυρας

θέση που κατέχεις και εσύ μέσα στη δική μου σκέψη και στη δική μου καρδιά. Αν ημπορούσα να σου ειπώ πόσο θα ήθελα να σε είχα κοντά μου, πόσο νοιώθω την απουσία σου, ιδιαίτερα τώρα που με κυκλώνουν τόσες αγωνίες. Σε χαιρετώ, αγαπητή μου φίλη. Άραγε πότε θα ξα νασυναντηθούμε;». Τραγική ειρωνεία σαν ομηρικό έπος και λογο τεχνικό τέχνασμα φαντάζει η τελευταία ερώ τηση, που απευθύνει στην αγαπημένη του ο Καποδίστριας. Η Ρωξάνδρα Στούρτζα είχε λάβει το γράμμα του και η απάντηση της έφτασε δύο μέρες μετά την δολοφονία του στο Ναύπλιο. Η επιστολή της πα ραμένει ανέγγιχτη από τον άνθρωπο, που έμελλε να διαβάσει αυτά τα λόγια. «Αγαπητέ μου Φίλε! Μου γράφετε να μη σας ξε χνώ ποτέ στις προσευχές μου. Και να θερμαίνω με αυτές τη θέση που κατέχετε στη σκέψη μου και στην καρδιά μου. Και μου επαναλαμβάνετε ακόμη μία φορά ότι και σεις, με τις δικές σας προ σευχές, θερμαίνετε τη θέση που κατέχω και εγώ

μέσα στη δική σας σκέψη και στη δική σας καρδιά!.. Θεέ μου, πώς θα ήταν δυνατόν να μη θερμαίνω, να μη φλογίζω με τις ικετήριες εκκλήσεις μου στον Θεό αυτή τη θέση που κατέχετε μέσα στη σκέ ψη μου και μέσα στην καρδιά μου; Αυτή τη θέση που δεν μπόρεσε και δεν θα μπορέσει ποτέ τίποτα στη ζωή μου να την αλλάξει; Αγω νιώ όμως για σας. Από τα λίγα λό για που μου γράφατε κατάλαβα τις αγωνίες, τις πικρίες και τους πόνους που δοκιμάζετε, τόσο από τους ξένους όσο και από τους δι κούς μας. Η σκέψη ότι ημπορεί κάποιος να σας κάνει κακό με αναστατώνει, με γεμίζει με μαύρα σύννεφα αγωνίας, μου βουρκώνει τα μάτια, μου συνθλίβει την ψυχή. Τις περισσότερες ώρες στέκω ή μπροστά στις εικόνες του Χρι στού και της Παναγίας και τους ικετεύω να σας προφυλάξουν από τους κινδύνους που σας κυ κλώνουν ή μπροστά στην προσω πογραφία σας, όπου και σας μιλώ με τις ώρες και το νοιώθω ότι μου απαντάτε…». Το 1831, η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια την κατακεραύνωσε, χάνοντας τις αισθήσεις της και αντιλαμβανόμενη ότι ο ευγενικό τερος και πιο αγαθός άνθρωπος είχε πλεον χαθεί και έτσι χάθηκε και η ίδια μαζί του. Ο θρήνος της

ήταν ο θρήνος μιας αρχαίας τραγωδίας. Η αγάπη τους είχε μείνει ανεκπλήρωτη, ο χρόνος είχε σταθεί εχθρός τους και η ζωή τούς είχε φέρει κοντά, μόνο και μόνο για να τους κρατήσει μακριά. Η Ρωξάνδρα έζησε πολλά ακόμα χρό νια, αλλά ποτέ δεν ξέχασε. Αποσύρθηκε στον πύργο της στην Οδησσό, συνεχίζο ντας να βοηθά την Ελλάδα από τη θέση της. Όταν έφυγε από τη ζωή το 1870, στα προσωπικά της αντικείμενα βρέθη καν οι επιστολές του Ιωάννη και το δα χτυλίδι με την φλεγόμενη πεταλούδα. Ο τελευταίος της αποχαιρετισμός, στα απομνημονεύματά της, ήταν μια προσευ χή γεμάτη ευγνωμοσύνη, όχι για μια ζωή πλήρη, αλλά για την αγάπη που της δό θηκε, έστω και αν δεν ευοδώθηκε: «Θεέ μου, σε ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου, γιατί μου χάρισες το πιο υπέροχο δώρο στη ζωή μου: να αγαπή σω με την πιο αγνή και ωραιότερη αγά πη, το ευγενέστερο και ουράνιο πλάσμα της γης! Σε ευχαριστώ!» Η ιστορία του Ιωάννη Καποδίστρια και της Ρωξάνδρας Στούρτζα δεν είναι μια ιστορία θριάμβου, ούτε μια ιστορία με αίσιο τέλος. Είναι η ιστορία δύο ανθρώ πων που βίωσαν την αγάπη στην πιο αγνή και θυσιαστική της μορφή. Είναι μια ιστορία όπου η αγάπη δεν νίκησε τις αντιξοότητες, αλλά έμεινε αιώνια, χαραγμένη στην ψυχή τους. Μια αγάπη σαν φλεγόμενη πεταλούδα, που έλαμψε, κάηκε, αλλά ποτέ δεν έσβησε.

Λιθογραφία, Αθήνα 1859, Πολεμικό Μουσείο

87

ΜΑΪΟΣ 2025

Made with FlippingBook - professional solution for displaying marketing and sales documents online