ΒΟΥΛΗ Επί του ... Περιστυλίου
ΑΦΙΕΡΩΜΑ | ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Του Ακρίτα Καϊδατζή Ζητούμενο η τήρηση του Συντάγματος, όχι η αναθεώρησή του
από την κοινοβουλευτική πρακτική που επιφυλάσ σει στην πλειοψηφία τον έλεγχο του προεδρείου των επιτροπών και, δι’ αυτού, την εμβέλεια των ενεργειών τους. Η διάταξη για τη λαϊκή νομοθετι κή πρωτοβουλία (άρθρο 73 παρ. 6) έχει παραμείνει στα χαρτιά, καθώς πέντε χρόνια μετά τη θέσπισή της δεν έχει ακόμα εκδοθεί ο αναγκαίος εκτελε στικός νόμος. Το ίδιο, άλλωστε, και η διάταξη για την εξομοίωση της στρατιωτικής με την τακτική δικαιοσύνη (άρθρο 96 παρ. 5). Στα παραπάνω παραδείγματα θα μπορούσαν να προ στεθούν κι άλλα. Κοινό χαρακτηριστικό όλων τους είναι ότι η συνταγματική ρύθμιση παρέμεινε αδρα νής, αναποτελεσματική ή ανολοκλήρωτη, διότι δεν συνοδεύθηκε με πρόσφορες ρυθμίσεις της κοινής νομοθεσίας. Δεν έχει νόημα να προσθέτουμε ρυθ μίσεις στο Σύνταγμα, αν δεν διασφαλίζουμε παράλ ληλα την αποτελεσματική υλοποίηση και εφαρμογή τους στην κοινή νομοθεσία. Η παραπάνω διαπίστωση έχει και μιαν αντίστροφη όψη. Πριν προχωρήσουμε σε συνταγματική αναθε ώρηση για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος, πρέπει να εξαντλούμε πρώτα κάθε δυνατότητα νομοθετικής αντιμετώπισής του. Δύο παραδείγμα τα είναι, νομίζω, ενδεικτικά. Στη δημόσια συζήτη ση γίνεται συχνά λόγος για την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη υπουργών (άρθρο 86) και για την επιλογή της ηγεσί ας της δικαιοσύνης (άρθρο 90 παρ. 5). Για αμφότερα τα ζητήματα υπάρχουν δυνατότητες νομοθετικών παρεμβάσεων που δεν προϋποθέτουν την αναθεώ ρηση των συνταγματικών διατάξεων. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα: Ο εκτελεστικός του άρθρου 86 νόμος περί ευθύνης υπουργών προβλέπει από το 2011 τη δυνατότητα να ανατίθεται σε γνω μοδοτικό συμβούλιο, που συγκροτείται από αντει σαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο εισαγγελείς εφετών, ο νομικός έλεγχος και η αξιολόγηση της βασιμότητας της κατηγορίας κατά υπουργού (άρθρο 2 του ν. 3961/2011). Η δυνατότητα αυτή ουδέποτε αξιοποιήθηκε –μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε για ποιο λόγο. Θα μπορούσε κάλλιστα να προβλεφθεί με νόμο ότι η γνωμοδοτική διαδικασία καθίσταται εφεξής υποχρεωτική. Η ρύθμιση αυτή, που καθιστά δυσβάσταχτη την πολιτική ευθύνη της κοινοβουλευ τικής πλειοψηφίας να ψηφίσει αντίθετα προς μια νο μικά τεκμηριωμένη γνώμη δικαστικών λειτουργών υψηλού κύρους, μπορεί να βελτιώσει θεαματικά την εφαρμογή του άρθρου 86 όπως ισχύει σήμερα, χωρίς να χρειάζεται να αναθεωρηθεί. Όσον αφορά το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης από την κυβέρνηση: Αυτή τη στιγ μή, σε κάθε ένα από τα ανώτατα δικαστήρια προβλέ πονται μία θέση προέδρου και δέκα αντιπροέδρων. Σύνολο έντεκα. Δώδεκα στον Άρειο Πάγο και το Ελεγκτικό Συνέδριο, αν συνυπολογίσουμε τον ει σαγγελέα και τον γενικό επίτροπο. Αυτό σημαίνει ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός συμβούλων Επικρα
Αναπληρωτή καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.
Αναθεώρηση του Συντάγματος γίνεται για να αντι μετωπιστούν προβλήματα που διαπιστώνονται κατά τη λειτουργία του πολιτεύματος. Δύο είναι τα με γάλα προβλήματα του πολιτεύματός μας. Πρώτον, η διαπλοκή πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, με κύριο όχημα τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης και με συνακόλουθα τη διαφθορά, το μαύρο πολιτικό χρήμα και τη νόθευση των κανόνων του πολιτικού ανταγωνισμού. Και, δεύτερον, η υπερσυγκέντρωση εξουσίας στα χέρια του πρωθυπουργού, ο οποίος υπό προϋποθέσεις –χάρη σε ένα κομματικό σύστη μα που ανέχεται τον πλήρη έλεγχο των κομμάτων από τον αρχηγό τους και ένα εκλογικό σύστημα που μετατρέπει εκλογικές μειοψηφίες σε κοινοβουλευ τική πλειοψηφία– μπορεί να φτάσει να ελέγχει όχι μόνο την κυβέρνησή του αλλά και τη βουλή, αναιρώ ντας την ουσία του κοινοβουλευτισμού (που είναι ο έλεγχος της κυβέρνησης από τη βουλή). Σε προηγούμενες αναθεωρήσεις, ιδίως του 2001 και δευτερευόντως του 2019, προστέθηκαν στο Σύ νταγμα διάφορες ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση επιμέρους πτυχών των παραπάνω προβλημάτων. Εκ του αποτελέσματος, μπορούμε να διαπιστώσου με ότι δεν πέτυχαν το σκοπό τους. Η διαπλοκή της οικονομικής με την πολιτική εξουσία και η πρωθυ πουργική παντοδυναμία παρέμειναν αλώβητες, αν δεν ενισχύθηκαν. Δεν έχει νόημα να προχωρήσουμε σε μιαν ακόμα αναθεώρηση, αν πρώτα δεν αξιολογή σουμε τις προηγούμενες, ώστε να αντιληφθούμε το λόγο της αποτυχίας. Αντιθέτως, οι αποτυχίες των προηγούμενων ανα θεωρήσεων επισώρευσαν ένα τρίτο μεγάλο πρό βλημα, αμιγώς συνταγματικό αυτό. Το Σύνταγμά μας περιέχει έναν ανησυχητικά μεγάλο αριθμό διατάξεων που έχουν μείνει κενό γράμμα: ωραία, αλλά κούφια λόγια. Η περιβόητη διάταξη για τον ‘βασικό μέτοχο’ (άρθρο 14 παρ. 9), που υποτίθεται θα έβαζε φραγμό στη μιντιακή χειραγώγηση της πολιτικής εξουσίας, κατέληξε άδοξα μετά από δεκαετή δικαστική περιπέτεια. Η διάταξη για τις εκλογικές δαπάνες (άρθρο 29 παρ. 2) συναρτά με αυστηρότατες κυρώσεις (έκπτωση από το βου λευτικό αξίωμα) την παράβαση της σχετικής νομο θεσίας, η οποία ωστόσο εφαρμόζεται κατά τρόπο που κατ’ αποτέλεσμα αδρανοποιεί τη συνταγματι κή επιταγή. Η διάταξη για τη σύσταση εξεταστι κών επιτροπών της βουλής με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης (άρθρο 68 παρ. 2) αποδυναμώθηκε
τείας, αρεοπαγιτών και συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ευλόγως, προσβλέπουν στην προοπτική της επιλογής τους στις θέσεις αυτές, κάτι που εν δεχομένως επηρεάζει τη συμπεριφορά τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι θέσεις των αντιπροέδρων δεν προβλέπονται εκ του Συντάγμα τος, καθορίζονται με νόμο. Θα μπορούσε κάλλιστα να προβλεφθεί με νόμο μία μόνο θέση προέδρου και μία αντιπροέδρου σε κάθε δικαστήριο. Η ρύθμιση αυτή, που περιορίζει δραστικά την εμβέλεια της συνταγματικής αρμοδιότητας της κυβέρνησης, μπο ρεί επίσης να βελτιώσει θεαματικά την εφαρμογή του άρθρου 90 παρ. 5 όπως ισχύει σήμερα, χωρίς να χρειάζεται αναθεώρησή της. Συμπερασματικά: Ενόψει της αρνητικής εμπειρίας που έχουμε από προηγούμενες αναθεωρήσεις, δεν έχει νόημα μια νέα αναθεωρητική πρωτοβουλία. Το μείζον ζητούμενο αυτή τη στιγμή δεν είναι μια ακό μα αναθεώρηση του Συντάγματος. Αντιθέτως, είναι επιτακτικό ζητούμενο να διασφαλίσουμε την κανο νιστικότητα και το σεβασμό του Συντάγματος που έχουμε –όσο ατελές κι αν είναι. Αυτό προϋποθέτει την ειλικρινή πολιτική βούληση να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα όποια συνταγματικά προβλήμα τα. Η βούληση αυτή, και η ειλικρίνειά της, μπορούν να αποδειχθούν, σε πρώτη φάση, μέσω πρόσφορων νομοθετικών πρωτοβουλιών. Αφού εξαντληθεί κάθε νομοθετική δυνατότητα, μετά ας συζητήσου με και για τη βελτίωση του Συντάγματος μέσω της αναθεώρησής του.
16 ΤΕΥΧΟΣ_ 093
Made with FlippingBook - professional solution for displaying marketing and sales documents online